
Πολλοί
θεατές πήγαν στην Κεντρική Σκηνή του ΘΟΚ για να δουν το «Μια ζωή την έχουμε»
έχοντας κατά βάθος την πεποίθηση ότι θα δουν μια συμβατική, ψιλοαραχνιασμένη
θεατρική μεταφορά μιας επιτυχίας της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου,
κατά το πώς τους συνήθισε ο ΘΟΚ συχνά- πυκνά με τις ρεπερτοριακές επιλογές του.
Πολλοί θεατές επίσης, είδαν την υπογραφή του Κωνσταντίνου Ρήγου κι έχοντας λανθασμένη
εντύπωση, πήγαν να δουν ένα εξεζητημένο υπερθέαμα προορισμένο να διασκεδάσει
χωρίς ενοχές το κοινό της.
Αμφότεροι
εξεπλάγησαν.
Χωρίς να
απαρνείται τις βαθιές κινηματογραφικές ρίζες της, η παραγωγή επιχείρησε να
αποδομήσει κάθε πιθανή σύμβαση σε σχέση με τη μαυρόασπρη ταινία του 1958. Ο
Ρήγος επιστράτευσε επ’ αυτού μια ιδιότυπη θεατρική γλώσσα, πολύ μουσική και
κίνηση, σεβόμενος και το ιδεολογικό στίγμα του έργου που θέλει να καυτηριάσει
την ανθρώπινη απληστία και ματαιοδοξία.
Η παράσταση
δεν θα μείνει και στην Ιστορία του ΘΟΚ, βέβαια, αλλά δεν «υποκρίνεται» ότι
είναι κάτι άλλο πέραν αυτού που είναι και το μεγάλο της επίτευγμα είναι ότι
κατάφερε να αντλήσει στοιχεία που εφάπτονται του φρέσκου, διαχρονικού και
επίκαιρου από το φαινομενικά άγονο έδαφος μιας νοσταλγικής αναπόλησης ανάμεσα
σε σκονισμένες μπομπίνες.
Επιτυχημένη
και η επιλογή του συγκεκριμένου έργου και του συγκεκριμένου δημιουργού, αφού ο Γιώργος
Τζαβέλλας αποτελεί ένα ανεκμετάλλευτο κεφάλαιο της νεοελληνικής μυθοπλασίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου