Πέρασαν μέρες από τότε που
είδα την τελευταία ταινία του Ανδρέα Πάντζη με τον –ποιητικό;- τίτλο «Η χαρά
και η θλίψη του σώματος» και ο εκνευρισμός μου δεν λέει ακόμη να κοπάσει. Κι
όχι μόνο επειδή είναι ανεπίτρεπτο ο πλέον διακεκριμένος και αναγνωρισμένος
Κύπριος σκηνοθέτης να βάζει την υπογραφή του σε μια τέτοια πανωλεθρία, σε εποχή
που ο κυπριακός κινηματογράφος αργοπεθαίνει αβοήθητος σ’ έναν ελαττωματικό
αναπνευστήρα.
Αλλά κι επειδή μιλώντας
μαζί του ή διαβάζοντας και ακούγοντας τις συνεντεύξεις που έδωσε τον τελευταίο
καιρό για την προώθηση της ταινίας αισθάνεσαι ότι είτε μας δουλεύει ψιλό γαζί
είτε –ακόμη χειρότερα- δεν έχει συναίσθηση του τι γύρισε.
Πάντα παρορμητικός
και αυθεντικός, στις δημόσιες τοποθετήσεις του τα λέει χύμα και τσουβαλάτα και
αρκετές φορές έχω συλλάβει στο παρελθόν τον εαυτό μου να συμφωνεί μαζί του. Εδώ
όμως συνέλαβα τον ίδιο να διαφωνεί με τον εαυτό του, ορμώμενος από την ανάγκη
να εξηγήσει προκαταβολικά τα ανεξήγητα για όσα βλέπει ο δύσμοιρος θεατής κι
έφτασε να «προειδοποιεί» ότι «θα μας καρφώσει στο κάθισμα».
Ναι, αλλά για τους
λάθος λόγους: επειδή δεν πιστεύουμε στα μάτια μας κι επιμένουμε να πιούμε το ατέλειωτο,
ολόπικρο ποτήρι μέχρι τελευταίας σταγόνας, αναμένοντας τη θαυματουργή ανατροπή
που θα δώσει μερικά ψήγματα δικαίωσης σε μια αλλοπρόσαλλη φάρσα.
Από την άστοχη διανομή και
τις –επιεικώς- αμήχανες ερμηνείες, την εμφανή ταλαιπωρία των ηθοποιών, τις
αψυχολόγητες αντιδράσεις των ηρώων, την αδικαιολόγητη διάρκεια, τις τεράστιες
τρύπες στην πλοκή και το παρατραβηγμένο σενάριο, μέχρι τα πλάνα που
ταλαντεύονταν μεταξύ φιλάρεσκου και κακογυρισμένου, παρακολουθούσες ένα ναυάγιο
που σ’ έκανε να αναρωτιέσαι μήπως ο σκηνοθέτης το κάνει επίτηδες για να
αυτοσαρκαστεί ή αν στόχος του ήταν να αποτίσει φόρο τιμής στις ταινίες του
Όμηρου Ευστρατιάδη της δεκαετίας του ’70.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου