Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2013

Ένας Ακάκιος και δυο κακίες

«Το Παλτό» του Νικολάι Γκόγκολ από την ομάδα Paravan και τον Διομήδη Κουφτερό.

Παίρνεις το «Παλτό», ένα έργο ανατριχιαστικά επίκαιρο και το τοποθετείς χωρικά σ’ ένα κατάστημα- φάντασμα, πάλαι ποτέ hot spot μιας Λευκωσίας που πια δεν υπάρχει- και την οποία κατά βάθος οι περισσότεροι θέλουμε να ξεχάσουμε. Αφήνεις να γυρίζει ένα γαϊτανάκι δράσεων, βομβαρδίζεις τους θεατές με μια σειρά περίτεχνων, αλλά και ενίοτε εξεζητημένων κινησιολογικών και δραματουργικών ευρημάτων και στέκεσαι στη γωνιά αναμένοντας αντιδράσεις.

Σε κάποια φάση, πάντως, περιφέροντας τους συνεπαρμένους θεατές σαν τις άδικες κατάρες στο σαλόνι, το πατάρι, τον υπαίθριο χώρο στάθμευσης και τους υπόλοιπους χώρους του πρώην Da Capo, φορώντας τους μέχρι και κονικλόμορφες μάσκες, είναι επόμενο να χάσεις την ουσία, τη νοηματική συνοχή του μηνύματος του Γκόγκολ στον σύγχρονο κρισόπληκτο νεοκύπριο.

Στο πρόσωπο του σπαρακτικά καταφρονεμένου Ακάκιου, μιλά για τον άνθρωπο που έχει λουφάξει στην ασημαντότητά του, που αποδέχεται ταπεινωμένος το ελάχιστο πνιγηρό εμβαδόν που του έχουν καθορίσει, αλλά ωστόσο εξακολουθεί να κατατρύχεται από ματαιότητες και ψευδαισθήσεις, ν’ αναζητεί ψήγματα κύρους και νοήματος σε εμβληματικά εμπορεύματα. Δεν είναι κρίση αυτό που ζούμε, φωνάζει ο Γκόγκολ και υπερθεματίζει 1,5 αιώνα αργότερα ο Καστοριάδης, αλλά αποσάθρωση. Η οποία προέρχεται από την εξύψωση της οικονομίας, του πλουτισμού, σε απώτατο σκοπό, γεγονός που οδηγεί μαθηματικά στην ψυχική και ηθική εξαθλίωση.

Η σκηνοθετική ομάδα δεν αποδομεί, ούτε απομακρύνεται από την αφήγηση, το κείμενο, που ούτως ή άλλως μέχρι το τέλος ξεφεύγει στο γκροτέσκο. Ωστόσο, τα σκηνικά υλικά που χρησιμοποιεί προκαλούν έλλειμμα συγκέντρωσης, οι εναλλαγές εικόνων και χώρων κουράζουν και απομένει να πλανάται μόνο το κέφι και ο ενθουσιασμός των συμμετεχόντων- συντελεστών και θεατών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου