Το βάθος και η προοπτική που έδωσε στη σκηνή η τοποθέτηση της πλατείας στα πλάγια και ψηλά της Στέγης Χορού Λευκωσίας θεωρώ ότι αποτέλεσε το πιο σημαντικό στοιχείο της πρότασης της Μάχης Δημητριάδου- Λίνταλ με το χορόδραμα «Αντιγόνη». Σε πρώτο επίπεδο, σε απόσταση αναπνοής από την πρώτη σειρά θεατών τοποθετήθηκαν δύο καρέκλες –η μία χωρίς κάθισμα- και στο βάθος η Έλενα Κατσούρη δημιούργησε μια ξύλινη εικαστική εγκατάσταση από καρέκλες που στη δεξιά πλευρά έφτανε σχεδόν μέχρι την οροφή. Στο ενδιάμεσο λάμβανε χώρα το κύριο μέρος της δράσης.
Η σκηνική αυτή δομή έδινε την εντύπωση ότι το «κέντρο» της σκηνής εναλλάσσεται διαρκώς, με το έργο να βρίσκει από το πρώτο σχεδόν λεπτό τη γραμμή του, να αποκτά ρυθμό, ισορροπία και αρμονία.
Μιλάμε για χορόδραμα, με σχεδόν καθόλου λόγο και η χορογράφος επιχείρησε να αποδώσει το διαχρονικό κείμενο του Σοφοκλή με πυκνές και καθαρές κινησιολογικές και αφαιρετικές και στοχευμένες σκηνοθετικές επιλογές, σε ένα ανοιχτό πεδίο έκφρασης που ελαχιστοποιούσε τα περιθώρια απορρύθμισης και φλυαρίας.
Η Μάχη Δημητριάδου- Λίνταλ στάθηκε με σεβασμό και δέος μπροστά στο έργο, αλλά δεν φοβήθηκε τις αποδομήσεις της μεταφοράς στη γλώσσα του σύγχρονου χορού, αντίθετα αποτόλμησε να βάλει ευκρινώς την υπογραφή της, αραιώνοντας την πλοκή και ρισκάροντας να αλλοιώσει τον ιστό και τα συστατικά στοιχεία του κορυφαίου έργου της αρχαίας γραμματείας. Η θαρρετή αυτή στάση τη δικαίωσε γιατί οι παλμοί και οι δονήσεις του έργου βρήκαν τον τρόπο να συντονιστούν με τις λεπτομέρειες του χοροδράματος χωρίς η πρόταση να μοιάζει μεγαλόστομη και υβριστική.
Η εξαιρετική συνεργασία των Γιώργου Κολλιά και Δημήτρη Σπύρου στη δημιουργία του ιδανικού ηχητικού τοπίου αποτέλεσε το έτερο «δυνατό χαρτί» στην απόδοση όγκου στην παράσταση, χωρίς διόλου να υπολείπονται οι επιδόσεις των ερμηνευτών και οι υποβλητικοί φωτισμοί του Γιώργου Λάζογλου.
Το φινάλε της παράστασης, με τον απεγνωσμένο Κρέοντα να θάβεται οριστικά μέσα στις καρέκλες της εξουσίας και να γίνεται ένα με την ξύλινη δομή ήταν τόσο ορμητικό που μόνο γι’ αυτό θα άξιζε να δει κάποιος την παράσταση. Εντούτοις, η ένταση και η παραστατικότητα αυτής της σκηνής διατάρασσε τους τόνους και το τέμπο του υπόλοιπου μέρους, αφήνοντας ίσως με μια διαστρεβλωμένη τελευταία εντύπωση τον θεατή.



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου