Είχα πολύ μεγάλη περιέργεια για τον «Αύγουστο» του ΘΟΚ γι’ αυτό και έσπευσα να τον δω από τη δεύτερη κιόλας παράσταση, κάτι που δεν συνηθίζω. Πόσο παραπάνω, διερωτήθηκα, χρειάζεται να «ψηθεί» μια παράσταση που ώδινεν εδώ και σχεδόν επτά μήνες κι έχει περάσει από σαράντα κύματα; Πριν ανάψουν τα φώτα στη σκηνή, αναλογιζόμουν ότι η παραγωγή έχει επιπλέον την ατυχία να είναι η πρώτη της Κεντρικής Σκηνής μετά το επιβλητικό «Τρίτο Στεφάνι» κι ίσως πρέπει να την παρακολουθήσει κανείς με επιείκεια.
Ήταν, παράλληλα, αδύνατο να βγάλω από το νου την πρόσφατη χολιγουντιανή ταινία, που άσχημη δεν τη βρήκα αλλά θυμάμαι ότι διερωτήθηκα τι όνειρο είδαν οι επιτροπές που μοίραζαν σαν τα στραγάλια τα Πούλιτζερ και τα Τόνι στο έργο του Τρέισι Λετς.
Περίπου τρεις ώρες αργότερα, συνειδητοποίησα ότι απελευθερωμένο από τα κινηματογραφικά του ξεχειλώματα το κατεξοχήν προορισμένο για το σανίδι έργο μπορεί να μετατραπεί στα χέρια ενός έμπειρου και σχολαστικού σκηνοθέτη σε μια ενδιαφέρουσα σκηνική πρόταση. Αν «δανείστηκε» κάτι ο Νεόφυτος Ταλιώτης από τον Τζον Γουέλς, σκηνοθέτη της κινηματογραφικής μεταφοράς, είναι η πεποίθηση ότι η διανομή είναι το άλφα και το ωμέγα για μια τέτοια απόπειρα - ίσως και μερικές αισθητικές πινελιές στους χαρακτήρες της Βάιολετ και της Άιβι. Όταν όμως δείχνεις αποφασισμένος να βασιστείς στην ευστοχία της διανομής, πρέπει να το πας μέχρι τέλους και να μην αφήνεις κραυγαλέες ηλικιακές παραφωνίες να κόψουν τη σούπα. Και αναφέρομαι στις περιπτώσεις της Κάρεν και της έφηβης Τζιν.
Περιέργως, η παραγωγή έμοιαζε να έχει κάτι από το μομέντουμ του «Τρίτου Στεφανιού», με την Αννίτα Σαντοριναίου και τη Στέλα Φυρογένη σε εξαιρετική καλλιτεχνική φόρμα και τη Νιόβη Χαραλάμπους να δίνει μια από τις πιο μεστές ερμηνείες της πορείας της. Ειδικά με τη Σαντοριναίου, έλεγες «τύφλα να ‘χει η Μέριλ Στριπ».
Ο Λετς ήθελε όλες τις πρωταγωνίστριες εκνευριστικά ξεροκέφαλες και ισχυρογνώμονες απογειώνοντας ένα νερόβραστο οικογενειακό δράμα. Αυτό ήταν το ατού του έργου κι όχι η αποκάλυψη του πιπεράτου και ανατρεπτικού οικογενειακού μυστικού. Και καλά έκανε ο Ταλιώτης που δεν ανέδειξε υπερβολικά το πλαίσιο της πληγείσας από τον καύσωνα αμερικανικής επαρχίας, δίνοντας έτσι απαραίτητες ανάσες «οικουμενικότητας».
Και στην Κύπρο, εξάλλου, μάς βαράει η ζέστη τον Αύγουστο αλλά δεν κάνουμε έτσι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου