Δευτέρα 11 Απριλίου 2011

Γλυκό σαν τη σοφία


Υπάρχουν κάποιες ταινίες, οι οποίες κατά την έξοδο από τη σκοτεινή αίθουσα δημιουργούν την αίσθηση- υπόσχεση ότι θα σε στοιχειώνουν για πάντα. Ένα ταξίδι στα πανέμορφα βάθη της ανθρώπινης ψυχής, στο παρελθόν και τη δική σου παιδική ηλικία, στο παρόν και τη σχέση αγάπης κι ευθύνης με το παιδί σου, στο μέλλον, στο νέο κύκλο ονείρων και προσδοκιών. Μια τέτοια είναι και το «Μέλι» του Σεμίχ Καπλάνογλου, που είχα την τύχη να παρακολουθήσω στο πλαίσιο του φεστιβάλ «Κινηματογραφικές Μέρες».  


Κανένα παραμύθι, καμιά φαντασία δεν μπορεί να ξεπεράσει τη μαγεία της πραγματικότητας, αν μπορείς να τη διακρίνεις. Το ολόγιομο και ολόφωτο φεγγάρι να χορεύει ρυθμικά μέσα σ’ έναν μεταλλικό κουβά με νερό και να σε κάνει να νιώθεις ότι μπορείς να το πάρεις στη χούφτα σου. Δεν πίστευα ποτέ ότι η πιο μελωδική ταινία που θα έβλεπα ποτέ, δεν θα περιλάμβανε μουσική σύνθεση, αλλά μόνο τους ήχους που γέννησαν τη μουσική. 

Τ’ αυτιά πλημμυρίζουν από το τραγούδι του βουνού, τον ψίθυρο του δάσους, το βούισμα των μελισσών, το κελάρυσμα του ρυακιού, το μαστίγωμα της βροχής, το κελάηδισμα των πουλιών, το ρουθούνισμα του όνου, το κουδουνάκι που καλεί το γεράκι, το βούρτσισμα της κερήθρας, το (επικίνδυνο) τρίξιμο ενός κλαδιού από την πίεση του σκοινιού, το ηχηρό σπάσιμο ενός βάζου που μέσα περιέχει τον υψηλότερο και ευγενικότερο στόχο της ζωής.

Ο μικρός Γιουσούφ, που στις προηγούμενες δύο ταινίες της τριλογίας του Καπλάνογλου «Αυγό» και «Γάλα» έχει εξελιχθεί σε ώριμο, εσωστρεφή και θλιμμένο ποιητή και σε ευαίσθητο νέο, αντίστοιχα, πάει στην πρώτη τάξη του δημοτικού και τραυλίζει. Το πρόβλημά του τον αναγκάζει να μη μιλάει και ο μόνος με τον οποίο έχει βαθιά επικοινωνία είναι ο μελισσοκόμος πατέρας του, στον οποίο ψιθυρίζει τα όνειρά του κι ο οποίος του συμπαρίσταται μιλώντας του πάντα ψιθυριστά, καθώς παλεύει αδιάκοπα σε μια πορεία διδαχής και επιβίωσης.

Ο Γιουσούφ «τρυγάει» εικόνες, ήχους και πληροφορίες, μαθαίνει τη ζωή σαν την αγνή και δεχτική κερήθρα που δέχεται τις ευεργετικές τακτικές επισκέψεις της μέλισσας, που λέγεται Ζωή. Ζει την περιπέτεια της καθημερινότητας στο δάσος, σαν να είναι το φυσικό του περιβάλλον, ακολουθώντας τον πατέρα του που έχει τοποθετήσει τις ειδικώς κατασκευασμένες κυψέλες στην κορυφή των πιο ψηλών δέντρων. Σε αντίθεση με το σχολείο, όπου τα προβλήματα ανάγνωσης δημιουργούν δυσάρεστες ισορροπίες με τους συμμαθητές του. 

Το «Μέλι» γυρίστηκε στην ΒΑ Τουρκία, στην επαρχία της Ριζούντας, κοντά στον Εύξεινο Πόντο. Το φυσικό τοπίο, που επιλέγηκε προσεχτικά, βοηθά το σκηνοθέτη στο στόχο της δημιουργίας μιας ταινίας με φαινομενική βραδύτητα, όπως πρέπει να είναι ο ρυθμός της ζωής, αλλά με λυρικότητα και εσωτερικό ρυθμό που σταδιακά παρασύρει. Η απλότητα και η ομορφιά συναντούν γλυκά την πολυπλοκότητα της ζωής, πίσω από τα ανοιχτά βλέφαρα ενός μικρού ευαίσθητου αγοριού που το ενσαρκώνει ο απίθανος μπόμπιρας Μπόρα Αλτάς. 

Σαν τη γλυκύτητα του μελιού, που όπως αναφέρει και το δευτεροκανονικό βιβλίο Σοφία Σειράχ «συγκρίνεται μόνο με τη σοφία…»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου